Aside

Αγία ειρήνη

Κάποτε ζήσαμε
στο γυάλινο νησί.
Εσύ με έβαλες
μεσα στη σωσίβιά σου λέμβο
αλλά σε οδήγησα εγώ.

Εκεί τ’αστέρια έπεφταν
χείμαρρος
μέσα στα μάτια σου
ενώ εσύ στα βράχια έψαχνες
μετεωρίτες

και βρήκαμε

-πρώτη φορά!-
κοχύλι Μούμιν
(με μάτια περισκοπικά)

και δράκο
(γιατί τι θα ήταν γυάλινο νησί
με δίχως δράκο)

και γοργόνα.

Εσύ τα είδες
εγώ τα γεύτηκα
μαζί τα φυλάξαμε
σε ξύλινο συρτάρι.

Άφησέ τα εκεί.
Μπορεί να έρθουν
εποχές μουντές και έρημες
και να τα χρειαστούμε.

 

 

Hurrah for super-mom

Today I am super-mom.

There is food on every plate
and treats in the school bag
and the toys are all smiling
and singing songs
with their perfectly-oiled cogs
the day is long
enough
to wash
to brush
to buff
and spruce
and teach
and talk
I wear the golden cape
in super-mode
the sky is luminous and hot
here up above
can you keep up
what’s that you say
puh
no need for sleep
no time for that
now I am soaring

hurrah.

 

Father

A father
hangs around one’s neck
like a stone.
And there’s nowhere to go,
in this world,
carrying such a weight.
And yet,
when a father’s gone,
finally weightless,
one sinks
lower and lower
and forgets
the names of everything,
of trees especially.
It’s like all knowledge
has suddenly gone,
disappeared;
and the rock
that was lifted from one’s neck
is now shackles on one’s feet
and is roots
that set in
deeper and deeper
and there is nowhere to go,
a father himself
one must stay
and impart knowledge
he doesn’t own.

Κληροδότημα

Κι εγώ, που ήλπιζα
από εμένα να πάρεις
το χαμόγελό μου,
τώρα τρίζω τα δόντια
και αναρωτιέμαι

τι λέξεις θα μάθεις
από τα σφιγμένα μου χείλη,

σε ποια γλώσσα θα πεις το όνομά σου,

όταν τα μάτια σου
θα ψάχνουν το πρόσωπό μου
θα βλέπουν άραγε
ότι τις νύχτες
που δεν κοιμάμαι
σκέφτομαι τη μαμά σου.

 

Το γυάλινο αυτί

Αυτό το πουλί,
που σφυρίζει μέσα στη βρώμα
και μέσα στο θόρυβο που κάνουν οι αμαξοστοιχίες,
το πρωτάκουσα εδώ.

Και από τότε,
μόνο εδώ το ακούω
με τα αυτιά που κρύβω κάτω από το παλτό μου.

Το χρυσό αυτί, αυτό,
πιάνει πρώτο το τιτίβισμα
και ενημερώνει
μέσω κόμβων εσωτερικών
το δέρμα μου
και το χνούδι που στολίζει την πλάτη μου.

Δεύτερο παίρνει μπρος, το χάρτινο αυτί,
αυτό που απολήγει πίσω από τις κόγχες των ματιών.
Τώρα ξέρω
τι πουλί είναι αυτό που τιτιβίζει
και το χρώμα του.

Αλλά αυτό κρατάει λίγο
γιατί τότε ξυπνάει το άλλο,
το γυάλινο αυτί,
το πιο καλά κρυμμένο,
αλλά και αυτό που ακούει πιο καθαρά
(ή έτσι τουλάχιστον μου λέει).
Αυτό πιάνει
του τιτιβίσματος τις πιο υψηλές συχνότητες
και τις μεγεθύνει.
Κάπου μέσα μου είναι αλλά δεν το βρίσκω
να το βουλώσω
κι έτσι, κάνει
αυτό που είναι να κάνει
μέχρι η ραχοκοκαλιά μου
να λουστεί πέρα ως πέρα
με πάγο και κρύσταλλα,
από ένα αυτί σπασμένο,
ένα αυτί τσακισμένο,
από αυτό το αυτί
που ακούει καλύτερα
και καθαρότερα.

Κρυώνω
από τους αντίποδες
έως τις ρίζες των μαλλιών μου
κι έχω αυτί σπασμένο.

Dreamscape

There was always a door at the end of the hallway. He couldn’t tell whether it was the same door or if it was different each time. The hallway was always the same, of that he had no doubt, but as for the door he couldn’t be sure.

In any case, he never opened it. It mattered less to him whether the door itself was the same or not than whether what lay behind it was. These two things, door and space behind door, were to him clearly separate and autonomous which together could lead to unpredictable combinations. At night, the thought nagged him until he fell asleep and dreamed of a hallway, always the same.

 

Door

 

 

To ξήλωμα του πουλόβερ

Μέσα σε κάθε δημιουργικό άνθρωπο κρύβεται ένας Σίσυφος.

Μέσα σε κάθε δημιούργημα των χεριών και του πνεύματος κρύβεται μία διαδικασία αντίστασης απέναντι στην αποτυχία. Σε αυτή την περίπτωση, δεν εννοούμε την αποτυχία ως αδυναμία να φτάσει το δημιούργημα στο αριστουργηματικό επίπεδο που είχε οραματιστεί ο δημιουργός του ή να μην κατορθώσει να γίνει λατρευτό από ένα ευρύ κοινό και να πουληθεί σε 3000 αντίτυπα μέσα σε μία εβδομάδα. Η αποτυχία στην οποία ο δημιουργός είναι αναγκασμένος να αντιστέκεται διαρκώς είναι η μη ολοκλήρωση του έργου του, το καταχώνιασμά του στο κουτί με τις ανεκπλήρωτες, άκαρπες προσπάθειές του.

Αυτό το κουτί μυρίζει λίγο ταγκισμένα αλλά έχει κι αυτό τη χρησιμότητά του.

Κάθε φορά που ένα πόνημα καταχωνιάζεται εκεί, χάνεται από το σύμπαν κάτι από τη μοναδική έκφραση της ζωτικότητας και της ενέργειας που μόνο ο δημιουργός του μπορεί να μετουσιώσει. Αλλά κερδίζεται από το δημιουργό κάτι σε γνώση και εμπειρία, πράγματα χρήσιμα για τη μελλοντική μάχη ενάντια στην αποτυχία.

Γι’αυτό το κουτί αυτό, παρότι βρωμοκοπάει, έχει τη γοητεία του. Και προσφέρει μια καλή δικαιολογία στον ζωγράφο για να παρατήσει τον πίνακά του στη μέση και στον συγγραφέα να αφήσει την πένα από το χέρι και να βγει επιτέλους να ξεσκάσει στον ήλιο.

Ο πειρασμός του να μείνει κάτι παρατημένο και μισοτελειωμένο είναι καμιά φορά πολύ μεγάλος. Κι ας πονάει, κι ας είναι πικρή η παραδοχή της αποτυχίας. Γιατί το να συνεχίζεις να αντιστέκεσαι ενάντια σε αυτήν, μοιάζει σα ένας μάταιος αγώνας που δεν οδηγεί πουθενά. Όπως ο Σίσυφος, έτσι και ο δημιουργός είναι ένας νικητής του Άδη, και η μοίρα του είναι η αιώνια πάλη.

Λοιπόν ναι, αλλά όλοι γνωρίζουμε την καφρίλα που διακατείχε τους θεούς του Ολύμπου. Ο Σίσυφος, παραήταν έξυπνος και παραήταν επίμονος για να καταδικαστεί σε τόσο φριχτή μοίρα ή για να τον θυμόμαστε μόνο για την τελική του απαίσια τιμωρία. Η αναλογία με τη ζωή και τη δημιουργία, ας σταματήσει λοιπόν εδώ και ας συνεχίσουμε χωρίς αυτήν. Υπάρχουν πράγματι στιγμές όπου όλα μοιάζουν να πηγαίνουν στραβά και που αναγκάζεσαι να ξηλώσεις για να πιάσεις το έργο σου πάλι από την αρχή. Αλλά υπάρχουν και οι άλλες, οι στιγμές όπου, με μια τελευταία ψαλιδιά, έχεις στα χέρια σου κάτι δικό σου, γεννημένο μέσα στη φαντασία σου και, μετά από κόπο και προσπάθεια, μετουσιωμένο σε κάτι πέρα για πέρα αληθινό.

Και αυτές οι στιγμές είναι πραγματικά υπέροχες.

 

Aside

Blog post One

 

Winter weekend mornings call for a nice, hearty breakfast. Something like this together with a big cup of creamy coffee. The cat usually comes and sniffs at that with mild interest, like a cat. Then she declines, not showing any disappointment. I’m not bothered with her lack of Greek manners; I prefer to drink all my coffee myself.

Winter weekend mornings are a mystery of sorts. You go to bed the previous night feeling cold and miserable, the sun having performed its disappearing act far too many hours ago. You think it will be cold and miserable when you open the drapes in the morning too. You think the sun will never come up again for any extended amount of time, what a coward! Probably it will rain and the sky will be grey without clouds, just a mass of moisture fencing Earth.

You go to bed planning a day of knitting on the sofa. You have the right kind of sofa for that, soft, dark brown, with big lush cushions and wide armrests to lay your crafting things on. You can make it out so that it’s like an ample-spaced cocoon that looks out the window to the grey sky, perfect for sitting and knitting all day.

Some mornings it pans out like that. You’re not bored, not a bit, to stay in all day. Besides yarn and thread and beads, there is tea, biscuits maybe, music and (oh blessed days!) company too if you’re lucky. Rumor has it that you have it made.

On other days, you feel the pang. It comes from a kind of sickness that all humans are afflicted with, a reminder of human limitation. When it hits them, they usually don’t know what the matter is, it’s a sneaky disease and few are acquainted with its smell of abandoned time and withered possibilities.

It hits me, this sickness, on winter sunny mornings, standing by the glass doors with my toes on the part of the floor that is hit by the sun and with my yarn trailing behind me. I want to make the sun stand still, but he’s a coward, he runs and runs, I want to feel the wind on my face and I want to dive into my cocoon and I want to move my cocoon up the clouds, into the stratosphere.

What a nice place for sitting and knitting the stratosphere must be.